Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kimchi
01
κιμτσί
a hot Korean dish made with pickled cabbage, peppers, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kimchis
LanGeek



























