Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shawarma
01
σαουάρμα, κέμπαπ
(in some Arabic-speaking countries) cooked meat served in thin slices, usually with pitta bread
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























