Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shawm
01
σαλμόρι, ιστορικό πνευστό όργανο που μοιάζει με όμποε
a historical wind instrument resembling an oboe, known for its loud and piercing sound
Παραδείγματα
The minstrels played lively tunes on their shawms during the festive celebration.
Οι τροβαδούροι έπαιξαν ζωηρές μελωδίες στα σαλμό τους κατά τη διάρκεια της εορταστικής γιορτής.



























