Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Escalope
01
εσκαλόπ
a thin, boneless slice of meat that is coated in breadcrumbs and fried
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
escalopes
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εσκαλόπ