Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Satay sauce
01
σάλτσα σατάι, πικάντικη σάλτσα φυστικιού
a spicy sauce made with peanuts served with an Indonesian or Malaysian food of the same name
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The chicken skewers were served with a generous portion of satay sauce.
Τα σουβλάκια κοτόπουλου σερβίρονται με μια γενναιόδωρη μερίδα σάλτσα σάταϊ.



























