cream cracker
Pronunciation
/kɹˈiːm kɹˈækɚ/

Ορισμός και σημασία του "cream cracker"στα αγγλικά

01

ξηρό μπισκότο, κρακεράκι

a dry biscuit, often eaten with cheese
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cream crackers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store