cream cracker
cream
kri:m
κριμ
cra
kræ
κραι
cker
κα

Ορισμός και σημασία του "cream cracker"στα αγγλικά

01

ξηρό μπισκότο, κρακεράκι

a dry biscuit, often eaten with cheese 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cream crackers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store