Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ciabatta
01
τσιαμπάτα, ιταλικό λευκό ψωμί
an Italian white bread made with wheat flour, yeast and flour that is formed in a flattish oblong shape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ciabattas



























