galliard
ga
ˈgæ
γκαι
lliard
lɪərd
λιαρντ
/ɡˈalɪəd/

Ορισμός και σημασία του "galliard"στα αγγλικά

01

galliard, ζωηρός χορός

a lively dance in triple time for a pair of two with five steps or a piece of music for this dance popular in the 16th century
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
galliards
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store