Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Galliard
01
galliard, ζωηρός χορός
a lively dance in triple time for a pair of two with five steps or a piece of music for this dance popular in the 16th century
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
galliards



























