Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kora
01
κόρα, ένα δυτικοαφρικανικό έγχορδο όργανο με στρογγυλό σώμα και 21 χορδές
a West African string instrument with a round body and 21 strings that is played like a harp and is similar to the lute
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
koras



























