kora
Pronunciation
/ˈkɔɹə/

Ορισμός και σημασία του "kora"στα αγγλικά

01

κόρα, ένα δυτικοαφρικανικό έγχορδο όργανο με στρογγυλό σώμα και 21 χορδές

a West African string instrument with a round body and 21 strings that is played like a harp and is similar to the lute
kora definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
koras
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store