Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alpenhorn
01
άλπειο κόρνο, αλπική σάλπιγγα
a 12-feet-long wooden horn that was originally used by Swiss herdsmen for signaling in the Alps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alpenhorns



























