Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alpaca
01
αλπάκα, ένα κατοικίδιο θηλαστικό που σχετίζεται με τη λάμα που έχει μακριά τρίχωμα και είναι ιθαγενές του Περού
a domestic mammal related to the llama that has long hair and is native to Peru
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alpacas
02
αλπάκα, ύφασμα αλπάκα
a thin glossy fabric made of the wool of the Lama pacos, or made of a rayon or cotton imitation of that wool
03
μαλλί αλπάκα, ίνα αλπάκα
wool of the alpaca



























