alpaca
al
æl
αιλ
pa
ˈpæ
παι
ca
κα
/ælpˈækɐ/

Ορισμός και σημασία του "alpaca"στα αγγλικά

01

αλπάκα, ένα κατοικίδιο θηλαστικό που σχετίζεται με τη λάμα που έχει μακριά τρίχωμα και είναι ιθαγενές του Περού

a domestic mammal related to the llama that has long hair and is native to Peru
alpaca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alpacas
02

αλπάκα, ύφασμα αλπάκα

a thin glossy fabric made of the wool of the Lama pacos, or made of a rayon or cotton imitation of that wool
03

μαλλί αλπάκα, ίνα αλπάκα

wool of the alpaca
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store