Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agogo
01
αγκόγκο, καμπάνα αγκόγκο
a Latin and African musical instrument consisting of one or multiple bells that are played by hitting them with a wooden piece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
agogos



























