storytelling
sto
ˈstɔ:
staw
ry
ri
ri
te
ˌtɛ
te
lling
lɪng
ling

Ορισμός και σημασία του "storytelling"στα αγγλικά

01

αφήγηση, τέχνη της αφήγησης

the activity of telling a story in written or oral form 
storytelling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
storytellings

Λεξικό Δέντρο

storytelling

story

+

telling

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store