Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
genetically modified
/dʒɛnˈɛɾɪkli mˈɑːdɪfˌaɪd/
GM
genetically modified
01
γενετικά τροποποιημένο, γενετικά μεταλλαγμένο
having had an altered genetic structure in order to serve a particular purpose, such as being more resistant to disease, bearing more fruit, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most genetically modified
συγκριτικός βαθμός
more genetically modified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The use of genetically modified crops has raised concerns about long-term environmental impacts.
Η χρήση γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών έχει προκαλέσει ανησυχίες σχετικά με τις μακροπρόθεσμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.



























