theater-going
thea
θɪə
θιε
ter
τα
going
gəʊɪng
γκεουινγκ
theatre-going

Ορισμός και σημασία του "theater-going"στα αγγλικά

theater-going
01

θεατρόφιλος, τακτικός θεατής θεάτρου

relating to the frequent habit of going to the theatre 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
entertainment, behavior, culture
Παραδείγματα
The theatre-going audience filled the seats for the opening night. 

Το κοινό που συχνάζει στο θέατρο γέμισε τις θέσεις για την πρώτη βραδιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store