Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anglophone
01
αγγλόφωνος
English-speaking, especially in a country in which more than one language is spoken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Anglophone
01
αγγλόφωνος
a person or a community of people whose first language or primary language is English
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anglophones



























