to morph into
Pronunciation
/mˈɔːɹf ˌɪntʊ/

Ορισμός και σημασία του "morph into"στα αγγλικά

to morph into
01

μεταμορφώνομαι σε, μετατρέπομαι σε

to gradually turn into something else
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
morph
ενεστώτας
morph into
γ΄ ενικό πρόσωπο
morphs into
ενεστώτα μετοχή
morphing into
απλός αόριστος
morphed into
παθητική μετοχή
morphed into
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store