Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to morph into
01
μεταμορφώνομαι σε, μετατρέπομαι σε
to gradually turn into something else
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
morph
ενεστώτας
morph into
γ΄ ενικό πρόσωπο
morphs into
ενεστώτα μετοχή
morphing into
απλός αόριστος
morphed into
παθητική μετοχή
morphed into



























