Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cumulative sentence
/kjˈuːmjʊlətˌɪv sˈɛntəns/
Cumulative sentence
01
συσσωρευτική πρόταση, πρόταση με συσσωρευτικές εξαρτημένες προτάσεις
(grammar) an independent clause followed by one or more dependent clauses or phrases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cumulative sentences



























