tag question
tag
ˈtæg
ταιγκ
ques
kwɛs
κουεσ
tion
ʧən
τσαν

Ορισμός και σημασία του "tag question"στα αγγλικά

01

ερωτηματική επισύναψη, επιβεβαιωτική ερώτηση

(grammar) a short question added to the end of a statement that is formed form the same statement 
tag question definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tag questions
Παραδείγματα
She added a tag question to her statement to check if everyone agreed with her opinion. 

Πρόσθεσε μια επιτακτική ερώτηση στη δήλωσή της για να ελέγξει αν όλοι συμφωνούν με τη γνώμη της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store