Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Predeterminer
01
προκαθοριστικό, ουσιαστικός προσδιοριστής που έρχεται πριν από τον προσδιοριστή
(grammar) a noun modifier that comes before a determiner, limiting or quantifying a noun phrase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
predeterminers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
predeterminer
determiner



























