predeterminer
pre
ˌpri:
pri
de
di
ter
ˈtɜ:
mi
mi
ner

Ορισμός και σημασία του "predeterminer"στα αγγλικά

01

προκαθοριστικό, ουσιαστικός προσδιοριστής που έρχεται πριν από τον προσδιοριστή

(grammar) a noun modifier that comes before a determiner, limiting or quantifying a noun phrase 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
predeterminers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store