Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inbox
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inboxes
Παραδείγματα
I have over 100 unread messages in my email inbox.
Έχω πάνω από 100 μη αναγνωσμένα μηνύματα στο εισερχόμενα του email μου.
02
εισερχόμενα, δίσκος εισερχομένων
a tray-like object on an office desk, where incoming letters, documents, etc. are put for someone to deal with
Παραδείγματα
The secretary placed the new documents in the manager's inbox.
Η γραμματέας τοποθέτησε τα νέα έγγραφα στο εισερχόμενα του διαχειριστή.
Λεξικό Δέντρο
inbox
box



























