vlog
v
vi:
βη
log
lɑ:g
λαγκ
/viːlɒɡ/

Ορισμός και σημασία του "vlog"στα αγγλικά

to vlog
01

κάνω βλογκ, ανεβάζω βλογκ

to create or post video content on a blog or social media platform
Transitive: to vlog content
Intransitive: to vlog about sth
to vlog definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vlog
γ΄ ενικό πρόσωπο
vlogs
ενεστώτα μετοχή
vlogging
απλός αόριστος
vlogged
παθητική μετοχή
vlogged
Παραδείγματα
The influencer vlogs about fashion and beauty, showcasing different styles and products.
Ο influencer κάνει vlog για τη μόδα και την ομορφιά, παρουσιάζοντας διαφορετικά στυλ και προϊόντα.
01

vlog, βιντεομπλογκ

a form of video content, often published on websites or social media platforms, where individuals or content creators share their personal experiences, expertise, or opinions through recorded videos in a blog-like format
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vlogs
Παραδείγματα
The vlog format allows for spontaneous and unscripted storytelling, fostering a sense of authenticity.
Η μορφή vlog επιτρέπει την αυθόρμητη και χωρίς σενάριο αφήγηση, ενισχύοντας μια αίσθηση αυθεντικότητας.

Λεξικό Δέντρο

vlogger
vlogging
vlog
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store