Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vlog
01
κάνω βλογκ, ανεβάζω βλογκ
to create or post video content on a blog or social media platform
Transitive: to vlog content
Intransitive: to vlog about sth
Παραδείγματα
The influencer vlogs about fashion and beauty, showcasing different styles and products.
Ο influencer κάνει vlog για τη μόδα και την ομορφιά, παρουσιάζοντας διαφορετικά στυλ και προϊόντα.
Vlog
Παραδείγματα
The vlog format allows for spontaneous and unscripted storytelling, fostering a sense of authenticity.
Η μορφή vlog επιτρέπει την αυθόρμητη και χωρίς σενάριο αφήγηση, ενισχύοντας μια αίσθηση αυθεντικότητας.
Λεξικό Δέντρο
vlogger
vlogging
vlog



























