to retweet
re
ri:
ρι
tweet
twit
τουιτ

Ορισμός και σημασία του "retweet"στα αγγλικά

to retweet
01

κάνω retweet, μοιράζομαι ξανά

to repost or share a message that has already been shared by someone else on X social media 
Transitive: to retweet sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retweet
γ΄ ενικό πρόσωπο
retweets
ενεστώτα μετοχή
retweeting
απλός αόριστος
retweeted
παθητική μετοχή
retweeted
Παραδείγματα
She retweeted an inspiring quote from a fellow user to spread positivity. 

Έκανε retweet μια εμπνευσμένη φράση από έναν συνάδελφο χρήστη για να διαδώσει θετικότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

retweet
tweet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store