netizen
netizen
'nɛtɪzən
netizēn

Ορισμός και σημασία του "netizen"στα αγγλικά

01

διαδικτυακός πολίτης, ψηφιακός πολίτης

a person who is actively engaged in online communities and uses the Internet a lot 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
netizens
Παραδείγματα
The netizen shared a helpful tutorial on how to improve online security. 

Ο netizen μοιράστηκε ένα χρήσιμο tutorial σχετικά με τον τρόπο βελτίωσης της ασφάλειας στο διαδίκτυο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store