Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to netmail
01
επικοινωνώ ηλεκτρονικά, ανταλλάσσω email
communicate electronically on the computer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
netmail
γ΄ ενικό πρόσωπο
netmails
ενεστώτα μετοχή
netmailing
απλός αόριστος
netmailed
παθητική μετοχή
netmailed
Λεξικό Δέντρο
netmail
net



























