to netmail
net
ˈnɛt
net
mail
meɪl
meil

Ορισμός και σημασία του "netmail"στα αγγλικά

to netmail
01

επικοινωνώ ηλεκτρονικά, ανταλλάσσω email

communicate electronically on the computer 
to netmail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
netmail
γ΄ ενικό πρόσωπο
netmails
ενεστώτα μετοχή
netmailing
απλός αόριστος
netmailed
παθητική μετοχή
netmailed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

netmail

net

+

mail

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store