Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sola topi
01
καπέλο sola, topi από sola
a lightweight hat made of the dried pith of the sola, worn in India to keep the head protected against the sun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sola topis



























