scooped
Pronunciation
/ˈskupt/

Ορισμός και σημασία του "scooped"στα αγγλικά

01

με στρογγυλεμένο και βαθύ ντεκολτέ, με κυκλικό και χαμηλό ντεκολτέ

(of a woman's clothing) having a rounded and low-cut neckline
scooped definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scooped
συγκριτικός βαθμός
more scooped
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

scooped
scoop
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store