Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trihedron
01
τρίεδρο, στερεό σχήμα που σχηματίζεται από τρεις επίπεδες έδρες που τέμνονται σε ένα σημείο
(geometry) a solid figure formed by three flat faces that intersect in a point
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trihedrons



























