Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to backcomb
01
πλέκω αντίστροφα, χτενίζω αντίθετα προς τη φορά των μαλλιών
to comb hair in the opposite direction that it naturally lies in order to make it look thicker
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backcomb
γ΄ ενικό πρόσωπο
backcombs
ενεστώτα μετοχή
backcombing
απλός αόριστος
backcombed
παθητική μετοχή
backcombed



























