hairstyling
hair
ˈhɛə
heē
sty
staɪ
stai
ling
lɪng
ling

Ορισμός και σημασία του "hairstyling"στα αγγλικά

01

κομμωτική, στυλ μαλλιών

the skill or action of cutting and arranging hair in a beautiful way 
hairstyling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store