Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hunky
01
μυώδης, γοητευτικός
(of a man) being well-built, strong and sexually appealing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hunkiest
συγκριτικός βαθμός
hunkier
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
hunky
hunk



























