hunky
hun
ˈhən
χαν
ky
ki
κι
/hˈʌŋki/

Ορισμός και σημασία του "hunky"στα αγγλικά

01

μυώδης, γοητευτικός

(of a man) being well-built, strong and sexually appealing
hunky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hunkiest
συγκριτικός βαθμός
hunkier
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store