boating
boa
ˈbəʊ
μπεου
ting
tɪng
τινγκ
boasting

Ορισμός και σημασία του "boating"στα αγγλικά

01

κωπηλασία, βόλτα με βάρκα

the activity of traveling in a boat for recreation 
boating definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Boating on the lake is a favorite summer activity for many families in the area. 

Η βάρκα στη λίμνη είναι μια αγαπημένη καλοκαιρινή δραστηριότητα για πολλές οικογένειες στην περιοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

boating
boat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store