Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zippy
01
γρήγορος, ενεργητικός
moving with speed or energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
zippiest
συγκριτικός βαθμός
zippier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The zippy pace of the workout left her feeling energized and invigorated.
Ο γρήγορος ρυθμός της προπόνησης την άφησε να νιώθει ενεργητική και ζωντανή.
02
ενεργητικός, ζωηρός
marked by lively action
Λεξικό Δέντρο
zippy
zip



























