Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boast
01
καυχιέμαι, επιδεικνύω
to talk with excessive pride about one's achievements, abilities, etc. in order to draw the attention of others
Transitive: to boast about one's achievements or abilities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
boast
γ΄ ενικό πρόσωπο
boasts
ενεστώτα μετοχή
boasting
απλός αόριστος
boasted
παθητική μετοχή
boasted
Παραδείγματα
During the interview, the candidate couldn't help but boast about their extensive experience and impressive track record
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο υποψήφιος δεν μπορούσε παρά να καυχηθεί για την εκτεταμένη εμπειρία του και το εντυπωσιακό ιστορικό του.
02
καυχιέμαι, επιδεικνύω
to exhibit or show off something with an intention to impress or draw attention
Transitive: to boast a possession
Παραδείγματα
She loved to boast her collection of vintage jewelry, often wearing elaborate pieces to social events.
Αγαπούσε να καυχιέται για τη συλλογή της από βινταζ κοσμήματα, φορώντας συχνά περίτεχνα κομμάτια σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
03
καυχιέμαι, περηφανεύομαι
to possess or have a particular feature or quality that is a source of pride
Transitive: to boast a feature or quality
Παραδείγματα
The coastal town boasts stunning sunsets that attract visitors from around the world.
Η παραθαλάσσια πόλη καυχιέται για τις εντυπωσιακές ηλιοβασιλέματα που προσελκύουν επισκέπτες από όλο τον κόσμο.
Boast
01
αλαζονεία, καύχημα
a statement in which someone proudly talks about their accomplishments, possessions, or qualities, often to impress others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boasts
Παραδείγματα
His boast about winning the tournament annoyed his teammates.
Η καύχα του για τη νίκη στο τουρνουά ενοχλούσε τους συμπαίκτες του.
Λεξικό Δέντρο
boaster
boasting
boast



























