Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to act as
01
λειτουργεί ως, ενεργεί ως
to perform the role or function of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
as
βασικό ρήμα
act
ενεστώτας
act as
γ΄ ενικό πρόσωπο
acts as
ενεστώτα μετοχή
acting as
απλός αόριστος
acted as
παθητική μετοχή
acted as
Παραδείγματα
The building will act as a venue for the upcoming conference.
Το κτίριο θα λειτουργήσει ως χώρος για την επερχόμενη διάσκεψη.
02
προσποιούμαι, παριστάνω
pretend to have certain qualities or state of mind



























