Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to act as
01
λειτουργεί ως, ενεργεί ως
to perform the role or function of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
as
βασικό ρήμα
act
ενεστώτας
act as
γ΄ ενικό πρόσωπο
acts as
ενεστώτα μετοχή
acting as
απλός αόριστος
acted as
παθητική μετοχή
acted as
Παραδείγματα
This tool acts as a substitute for the original equipment in an emergency.
Αυτό το εργαλείο λειτουργεί ως υποκατάστατο του αρχικού εξοπλισμού σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
02
προσποιούμαι, παριστάνω
pretend to have certain qualities or state of mind



























