Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to act as
01
λειτουργεί ως, ενεργεί ως
to perform the role or function of something
Παραδείγματα
The building will act as a venue for the upcoming conference.
Το κτίριο θα λειτουργήσει ως χώρος για την επερχόμενη διάσκεψη.
02
προσποιούμαι, παριστάνω
pretend to have certain qualities or state of mind



























