to board up
board
bɔ:d
bawd
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "board up"στα αγγλικά

to board up
01

καλύπτω με σανίδες, κλείνω με ξύλα

to cover or close off a window, door, or other opening with wooden boards 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
board
ενεστώτας
board up
γ΄ ενικό πρόσωπο
boards up
ενεστώτα μετοχή
boarding up
απλός αόριστος
boarded up
παθητική μετοχή
boarded up
Παραδείγματα
They had to board up the windows before the storm. 

Έπρεπε να καλύψουν τα παράθυρα πριν από τη θύελλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store