Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to board up
[phrase form: board]
01
καλύπτω με σανίδες, κλείνω με ξύλα
to cover or close off a window, door, or other opening with wooden boards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
board
ενεστώτας
board up
γ΄ ενικό πρόσωπο
boards up
ενεστώτα μετοχή
boarding up
απλός αόριστος
boarded up
παθητική μετοχή
boarded up
Παραδείγματα
He boarded up the broken window to keep out the cold.
Σκέπασε το σπασμένο παράθυρο με σανίδες για να μην μπει το κρύο.



























