yurt
yurt
jɜ:t
yēt

Ορισμός και σημασία του "yurt"στα αγγλικά

01

γιουρτ, στρογγυλό φορητό τέντα

a circular portable tent, particularly used in Siberia and Mongolia 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yurts
Παραδείγματα
The nomadic family moved their yurt to a new location, following the seasonal migration of their livestock. 

Η νομαδική οικογένεια μετακίνησε τη γιούρτα τους σε μια νέα τοποθεσία, ακολουθώντας την εποχιακή μετανάστευση των ζώων τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store