youthful
youth
ˈju:θ
γουθ
ful
fəl
φαλ
useful

Ορισμός και σημασία του "youthful"στα αγγλικά

01

νεανικός, νέος

having the characteristics that are typical of young people 
youthful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most youthful
συγκριτικός βαθμός
more youthful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
age, appearance, characteristics
Παραδείγματα
Despite her age, she had a youthful appearance, with smooth skin and a radiant smile. 

Παρά την ηλικία της, είχε μια νεανική εμφάνιση, με λεία δέρμα και μια ακτινοβόλα μειδίαμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

youthfully
youthfulness
youthful
youth
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store