Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
youthful
01
νεανικός, νέος
having the characteristics that are typical of young people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most youthful
συγκριτικός βαθμός
more youthful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The model 's youthful features and slender figure made her a favorite in the fashion industry.
Τα νεανικά χαρακτηριστικά του μοντέλου και η λεπτή της φιγούρα την έκαναν αγαπητή στη βιομηχανία μόδας.
Λεξικό Δέντρο
youthfully
youthfulness
youthful
youth



























