to yap
yap
jæp
yāp
rapgapdaplap

Ορισμός και σημασία του "yap"στα αγγλικά

to yap
01

φλυαρώ, κουβεντιάζω ασταμάτητα

to talk excessively or continuously, often in a way that is annoying to others 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yap
γ΄ ενικό πρόσωπο
yaps
ενεστώτα μετοχή
yapping
απλός αόριστος
yapped
παθητική μετοχή
yapped
Παραδείγματα
The politician continued to yap about his achievements during the campaign. 

Ο πολιτικός συνέχισε να φλυαρεί για τα επιτεύγματά του κατά τη διάρκεια της εκστρατείας.

02

γαβγίζω, υλακτώ

to bark or make a sharp, high-pitched sound, typically associated with small dogs 
Παραδείγματα
The dog yapped loudly at the passing cars. 

Ο σκύλος γάβγισε δυνατά στα αυτοκίνητα που περνούσαν.

01

στόμα, φλύαρο στόμα

the mouth, especially when referring to excessive talking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yaps
Παραδείγματα
Shut your yap, we're trying to focus. 

Κλείσε το στόμα σου, προσπαθούμε να συγκεντρωθούμε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store