to yank
yank
jænk
yānk
gankrankhanklank

Ορισμός και σημασία του "yank"στα αγγλικά

to yank
01

τραβώ απότομα, ξεριζώνω

to pull something with a sudden and powerful motion 
Transitive: to yank sth
to yank definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
yank
γ΄ ενικό πρόσωπο
yanks
ενεστώτα μετοχή
yanking
απλός αόριστος
yanked
παθητική μετοχή
yanked
Παραδείγματα
He yanked the stubborn weed from the soil, determined to clear the garden. 

Τράβηξε με απόφαση το πεισματάρικο χορτάρι από το χώμα, αποφασισμένος να καθαρίσει τον κήπο.

01

ένας Γιάνκης, ένας Βορειοαμερικανός

an American who lives in the North (especially during the American Civil War) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
yanks
02

ένας Αμερικανός, ένας Γιάνκης

an American (especially to non-Americans) 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

yanker
yank
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store