Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yank
01
τραβώ απότομα, ξεριζώνω
to pull something with a sudden and powerful motion
Transitive: to yank sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
yank
γ΄ ενικό πρόσωπο
yanks
ενεστώτα μετοχή
yanking
απλός αόριστος
yanked
παθητική μετοχή
yanked
Παραδείγματα
Excited by the bite, he yanked the fishing rod to hook the fish.
Ενθουσιασμένος από το δάγκωμα, τράβηξε απότομα το καλάμι για να αγκιστρώσει το ψάρι.
Yank
01
ένας Γιάνκης, ένας Βορειοαμερικανός
an American who lives in the North (especially during the American Civil War)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yanks
02
ένας Αμερικανός, ένας Γιάνκης
an American (especially to non-Americans)
Λεξικό Δέντρο
yanker
yank



























