Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yacht
to yacht
01
κάνω κρουαζιέρα με γιοτ, ασχολούμαι με τη γιοτ
to engage in the activity of racing or cruising with a yacht
Intransitive: to yacht | to yacht somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
yacht
γ΄ ενικό πρόσωπο
yachts
ενεστώτα μετοχή
yachting
απλός αόριστος
yachted
παθητική μετοχή
yachted
Παραδείγματα
Eager to enjoy the open sea, the friends decided to yacht along the coast for the weekend.
Έτοιμοι να απολαύσουν την ανοιχτή θάλασσα, οι φίλοι αποφάσισαν να κάνουν κρουαζιέρα με σκάφος κατά μήκος της ακτής για το σαββατοκύριακο.



























