yacht
Pronunciation
/jɑt/

Ορισμός και σημασία του "yacht"στα αγγλικά

01

γιοτ, πολυτελές σκάφος

a large boat with an engine used for pleasure trips
yacht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yachts
to yacht
01

κάνω κρουαζιέρα με γιοτ, ασχολούμαι με τη γιοτ

to engage in the activity of racing or cruising with a yacht
Intransitive: to yacht | to yacht somewhere
to yacht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
yacht
γ΄ ενικό πρόσωπο
yachts
ενεστώτα μετοχή
yachting
απλός αόριστος
yachted
παθητική μετοχή
yachted
Παραδείγματα
The experienced captain enjoyed teaching others how to yacht.
Ο έμπειρος καπετάνιος απολάμβανε να διδάσκει τους άλλους πώς να κάνουν ιστιοπλοΐα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store