Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Yacht
to yacht
01
κάνω κρουαζιέρα με γιοτ, ασχολούμαι με τη γιοτ
to engage in the activity of racing or cruising with a yacht
Intransitive: to yacht | to yacht somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
yacht
γ΄ ενικό πρόσωπο
yachts
ενεστώτα μετοχή
yachting
απλός αόριστος
yachted
παθητική μετοχή
yachted
Παραδείγματα
The experienced captain enjoyed teaching others how to yacht.
Ο έμπειρος καπετάνιος απολάμβανε να διδάσκει τους άλλους πώς να κάνουν ιστιοπλοΐα.



























