Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
X-ray photograph
01
ακτινογραφία, φωτογραφία ακτίνων Χ
a radiogram made by exposing photographic film to X rays; used in medical diagnosis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
x-ray photographs
LanGeek



























