X-ray
X
ɛksreɪ
eksrei
ray

Ορισμός και σημασία του "X-ray"στα αγγλικά

01

ακτινογραφία, ακτινογραφική εικόνα

an image of the inside of a body created using X-rays 
X-ray definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
X-rays
Παραδείγματα
The doctor ordered an X-ray to check for any fractures after the patient injured their arm. 

Ο γιατρός διέταξε μια ακτινογραφία για να ελέγξει για τυχόν καταγματα αφού ο ασθενής τραυμάτισε το χέρι του.

02

ακτίνες Χ, ακτινογραφία

a type of powerful radiation that can go through objects or people, commonly used by doctors to see inside the body and detect any issues 
Παραδείγματα
X-ray helps doctors see inside the body. 

Οι ακτίνες Χ βοηθούν τους γιατρούς να δουν το εσωτερικό του σώματος.

to x-ray
01

ακτινογραφώ, κάνω ακτινογραφία

to examine the bones or internal organs using X-rays 
to X-ray definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
X-ray
γ΄ ενικό πρόσωπο
X-rays
ενεστώτα μετοχή
X-raying
απλός αόριστος
X-rayed
παθητική μετοχή
X-rayed
Παραδείγματα
The radiologist X-rayed the arm to assess the injury. 

Ο ακτινολόγος ακτινογράφησε το χέρι για να αξιολογήσει τον τραυματισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store