Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
X-ray
01
ακτινογραφία, ακτινογραφική εικόνα
an image of the inside of a body created using X-rays
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
X-rays
Παραδείγματα
The doctor ordered an X-ray to check for any fractures after the patient injured their arm.
Ο γιατρός διέταξε μια ακτινογραφία για να ελέγξει για τυχόν καταγματα αφού ο ασθενής τραυμάτισε το χέρι του.
to x-ray
01
ακτινογραφώ, κάνω ακτινογραφία
to examine the bones or internal organs using X-rays
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
X-ray
γ΄ ενικό πρόσωπο
X-rays
ενεστώτα μετοχή
X-raying
απλός αόριστος
X-rayed
παθητική μετοχή
X-rayed
Παραδείγματα
The radiologist X-rayed the arm to assess the injury.
Ο ακτινολόγος ακτινογράφησε το χέρι για να αξιολογήσει τον τραυματισμό.



























