wrongful
wrong
ˈrɒng
rong
ful
fəl
fēl
wrothful

Ορισμός και σημασία του "wrongful"στα αγγλικά

01

άδικος, άδικο

not just or fair 
wrongful definition and meaning
02

παράνομος, αδικαιολόγητος

having no legal right or claim 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wrongful
συγκριτικός βαθμός
more wrongful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He made a wrongful claim to the property. 

Έκανε ένα αδικαιολόγητο αίτημα για την ιδιοκτησία.

03

άδικος, παράνομος

unlawfully violating the rights of others 

Λεξικό Δέντρο

wrongfully
wrongfulness
wrongful
wrong
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store