wrist
wrist
rɪst
rist
wrestwaistwhist

Ορισμός και σημασία του "wrist"στα αγγλικά

01

καρπός, καρπός χεριού

the joint connecting the hand to the arm 
wrist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wrists
Παραδείγματα
He used his wrist to control the movement of the computer mouse. 

Χρησιμοποίησε τον καρπό του για να ελέγξει την κίνηση του ποντικιού του υπολογιστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store