Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wrinkled
01
τσαλακωμένος, ρυτιδωμένος
having lines, creases, or folds on the surface, often as a result of aging, sun exposure, or other environmental factors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wrinkled
συγκριτικός βαθμός
more wrinkled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old shirt looked wrinkled after being left in the laundry basket.
Το παλιό πουκάμισο φαινόταν τσαλακωμένο αφού άφησαν στο καλάθι της μπουγάδας.
02
τσαλακωμένος, διπλωμένος
having creases or folds caused by being crushed, bent, or compressed
Λεξικό Δέντρο
unwrinkled
wrinkled
wrinkle



























