Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wrinkled
01
τσαλακωμένος, ρυτιδωμένος
having lines, creases, or folds on the surface, often as a result of aging, sun exposure, or other environmental factors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wrinkled
συγκριτικός βαθμός
more wrinkled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wrinkled leaves indicated that the plant needed water.
Τα ρυτιδωμένα φύλλα έδειχναν ότι το φυτό χρειαζόταν νερό.
02
τσαλακωμένος, διπλωμένος
having creases or folds caused by being crushed, bent, or compressed
Λεξικό Δέντρο
unwrinkled
wrinkled
wrinkle



























