Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wretch
01
άθλιος, κακοποιός
someone who behaves in an evil or immoral way
Παραδείγματα
He 's a wretch who enjoys inflicting pain on others both physically and emotionally.
Είναι ένα άθλιο που απολαμβάνει να προκαλεί πόνο στους άλλους, τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά.
02
κακόμοιρος, ατυχής
a person who evokes pity or sympathy
Παραδείγματα
They gave food and shelter to the wretches on the street.
Έδωσαν φαγητό και καταφύγιο στους άθλιους στο δρόμο.



























