Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wrest
01
αρπάζω, αποσπώ
to forcibly pull or take something, often from someone's grasp
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrest
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrests
ενεστώτα μετοχή
wresting
απλός αόριστος
wrested
παθητική μετοχή
wrested
Παραδείγματα
The lawyer wrested a confession from the reluctant witness.
Ο δικηγόρος ξέσπασε μια ομολογία από τον απρόθυμο μάρτυρα.
Λεξικό Δέντρο
wrester
wrest



























