Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wrest
01
αρπάζω, αποσπώ
to forcibly pull or take something, often from someone's grasp
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrest
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrests
ενεστώτα μετοχή
wresting
απλός αόριστος
wrested
παθητική μετοχή
wrested
Παραδείγματα
He managed to wrest the gun from the attacker's hands.
Κατάφερε να αρπάξει το όπλο από τα χέρια του επιτιθέμενου.
Λεξικό Δέντρο
wrester
wrest



























