Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wreckage
01
ερείπιο, συντρίμμια
the remains of something that has been severely damaged or destroyed, especially after a disaster or accident
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The firefighters sifted through the wreckage to determine the cause of the fire.
Οι πυροσβέστες διέλευσαν τα ερείπια για να καθορίσουν την αιτία της πυρκαγιάς.
Λεξικό Δέντρο
wreckage
wreck



























